Στουρνάρας: Το δημόσιο χρέος μπορεί να μειώνεται κατά 3,5 μονάδες ετησίως (upd)

Αισιόδοξος για την πορεία μείωσης του δημοσίου χρέους, παρά την πρόσφατη άνοδο του κόστους δανεισμού, εμφανίστηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Επισημαίνοντας ότι «καμία χώρα της Ευρωζώνης δεν θα μειώνει το χρέος της σε μεγαλύτερο βαθμό από την Ελλάδα». Όπως αναφέρει σε συνέντευξη που παραχώρησε στη Γερμανική Frankfurter Allgemeine Zeitung η πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων δεν επηρεάζει τόσο πολύ την Ελλάδα.

Όπως επισημαίνει ο ίδιος (σύμφωνα με το κείμενο που απέστειλε η ΤτΕ) τα επιτόκια έχουν αυξηθεί λόγω της κρίσης στην Ουκρανία και της πιθανής αυστηροποίησης της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής. Αλλά αυτό δεν είναι πολύ σημαντικό για την Ελλάδα». Ο ίδιος – σύμφωνα με το δημοσίευμα, πιστεύει ότι το δημόσιο χρέος θα είναι δυνατόν να μειώνεται στο άμεσο μέλλον κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες – και στον υπολογισμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται καν η προγραμματισμένη επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα, καθώς και τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις. «Καμία χώρα της Ευρωζώνης δεν θα μειώνει το χρέος της σε μεγαλύτερο βαθμό από την Ελλάδα», αναφέρει ο Γ. Στουρνάρας. Οι αναλυτές της Fitch αναμένουν ότι το χρέος θα μειωθεί στο 155% του ΑΕΠ έως το 2031.

«Πολλοί επιθυμούν να επιστρέψουν από το εξωτερικό», σημειώνει στην FAZ ο κ. Στουρνάρας και αναφέρει χαρακτηριστικά ότι πρόσφατα, για 100 θέσεις στην Τράπεζα της Ελλάδος υπεβλήθησαν 8000 αιτήσεις – και από καλοπληρωμένα τραπεζικά στελέχη στο εξωτερικό.

Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική κατάσταση, η γερμανική εφημερίδα αναφέρεται σε «μηνύματα ανάκαμψης», καθώς η κυβέρνηση σχεδιάζει να αποπληρώσει ήδη από τον επόμενο μήνα τα τελευταία δάνεια που έλαβε από το ΔΝΤ στο πλαίσιο της κρίσης χρέους. Πρόκειται για 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία κανονικά θα έπρεπε να καταβληθούν το 2024. Η Ελλάδα σχεδιάζει επίσης να αποπληρώσει εντός του α’ τριμήνου και 5,3 δισεκατομμύρια σε ευρωπαϊκές χώρες, σε κάποιες περιπτώσεις πριν από την ημερομηνία λήξης, τονίζεται. «Η πανδημία έχει αυξήσει τις υποχρεώσεις της χώρας, ωστόσο οι Έλληνες έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν αρκετά χαλαροί λόγω των ευνοϊκών όρων των τριών προγραμμάτων διάσωσης», γράφει χαρακτηριστικά η FAZ: «Αυτή είναι η άλλη όψη της δοκιμασίας μας: Ναι, είχαμε μια σκληρή πολιτική λιτότητας και αρνητική ανάπτυξη για αρκετά χρόνια, περικόψαμε τους μισθούς και τις συντάξεις, αυξήσαμε τους φόρους. Όμως το δημόσιο χρέος αναχρηματοδοτήθηκε με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους. Το μέσο επιτόκιο είναι μόλις 1,4% -σημαντικά χαμηλότερο απ’ ό,τι σε πολλές άλλες χώρες», επισημαίνει ο κεντρικός τραπεζίτης.

«Οι αυξήσεις των επιτοκίων στις αγορές μπορούν να αφήσουν την Ελλάδα αρκετά αδιάφορη προς το παρόν. Τα 3/4 του δημοσίου χρέους συνδέονται με δημόσιους πιστωτές. Το δεκαετές ελληνικό κρατικό ομόλογο κυμαίνεται πλέον και πάλι στο 2,6%, είναι δηλαδή πέντε φορές υψηλότερο από τον περασμένο Αύγουστο και επομένως στα επίπεδα του καλοκαιριού του 2019», συνεχίζει ο συντάκτης, ενώ ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει ότι τα επιτόκια έχουν μεν αυξηθεί λόγω της κρίσης στην Ουκρανία και της πιθανής αυστηροποίησης της ευρωπαϊκής Νομισματικής Πολιτικής, αλλά αυτό δεν είναι πολύ σημαντικό για την Ελλάδα», καθώς το δημόσιο χρέος θα είναι δυνατόν να μειώνεται στο άμεσο μέλλον κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως -και στον υπολογισμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται καν η προγραμματισμένη επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα, καθώς και τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις. «Καμία χώρα της Ευρωζώνης, συνεχίζει, δεν θα μειώνει το χρέος της σε μεγαλύτερο βαθμό από την Ελλάδα», λέει χαρακτηριστικά.

Οι συνθήκες είναι καλές, διευκρινίζεται: η ανάπτυξη επιταχύνθηκε πέρυσι με εντυπωσιακά υψηλούς ρυθμούς και το ΙΟΒΕ αναμένει αύξηση έως και 9,5%. Την ίδια ώρα ο τουρισμός ανέκαμψε εντυπωσιακά, με έσοδα στο 60% του 2019, ενώ αναμενόταν να κυμανθεί στο 40%. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΤΕ, Γιάννη Ρέτσο, φέτος τα έσοδα αναμένεται να φτάσουν στο 80% του 2019.

«Η Ελλάδα έχει να προσφέρει πολλά περισσότερα από τον ήλιο, τα βουνά και τη θάλασσα. Υπάρχει επίσης μια αρκετά ευρεία βιομηχανική βάση με καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό», αναφέρει όμως ο κ. Στουρνάρας και κάνει λόγο για σημαντική αύξηση των επιδόσεων της μεταποιητικής βιομηχανίας, στην παραγωγή και στις εξαγωγές. Αντίστοιχα, η ανεργία τον Δεκέμβριο έπεσε στο 12,8%, στο χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων 11 ετών.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, οι Έλληνες έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν αρκετά χαλαροί λόγω των ευνοϊκών όρων των τριών προγραμμάτων διάσωσης από το 2010 έως το 2015: «Αυτή είναι η άλλη όψη της δοκιμασίας μας: ναι, είχαμε μια σκληρή πολιτική λιτότητας και αρνητική ανάπτυξη για αρκετά χρόνια, περικόψαμε τους μισθούς και τις συντάξεις, αυξήσαμε τους φόρους. Όμως το δημόσιο χρέος αναχρηματοδοτήθηκε με πολύ ευνοϊκούς όρους. Το μέσο επιτόκιο είναι μόλις 1,4% – σημαντικά χαμηλότερο απ’ ό,τι σε πολλές άλλες χώρες», αναφέρει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά μέσο όρο, τα διμερή και πολυμερή δάνεια έχουν χρόνο αποπληρωμής σε 20,5 χρόνια από σήμερα, ορισμένα μάλιστα λήγουν το 2070.

Αναφορικά με τις πολιτικές εξελίξεις και το κύμα ακρίβειας η γερμανική εφημερίδα επισημαίνει ότι «οι Έλληνες ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες με την κατακόρυφη άνοδο του κόστους της ενέργειας. Ο αντιπολιτευόμενος ΣΥΡΙΖΑ, με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα, υπενθυμίζει το πρόβλημα, κατηγορώντας διαρκώς την κυβέρνηση. Στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη από το φιλελεύθερο-συντηρητικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας επιρρίπτεται το ότι δεν έκανε τίποτα για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το αργότερο σε ενάμιση χρόνο θα γίνουν βουλευτικές εκλογές. Το κόμμα του Μητσοτάκη προηγείται αυτή τη στιγμή στις δημοσκοπήσεις, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το σοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ, το οποίο ανακάμπτει σημαντικά, να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού αριστερού προσανατολισμού με το ΣΥΡΙΖΑ, που βρίσκεται στη δεύτερη θέση των δημοσκοπήσεων. Η πορεία της φιλελεύθερης οικονομικής μεταρρύθμισης θα λάμβανε σε αυτήν την περίπτωση τέλος, φοβούνται επιχειρηματικοί κύκλοι. Όμως ο κόσμος της οικονομίας εξακολουθεί να έχει εμπιστοσύνη στην πολιτική του Μητσοτάκη. Φέτος ο Έλληνας πρωθυπουργός θέλει να μειώσει σε περισσότερο από το μισό το έλλειμμα, περιορίζοντάς το στο 4%».